πλατύκερως
πλατύκερως, flat-horned
πλᾰτύ-κερως, ωτος, ὁ, ἡ,
- flat-horned, ἔλαφος Dsc. Eup. 1.21, cf. Plin. HN 11.123, Poll. 5.76: as Subst. (without ἔλαφος), Dsc. 2.75.
πλατύ·κερως, ωτος (ὁ) [ᾰῠ] cerf à larges cornes, Diosc. 2, 85.
Étym. πλ. κέρας.
πλατύκερως, breit gehörnt, Diosc.