πληθωρικός
πληθωρικός, plethoric
πληθωρ-ικός, ή, όν,
- plethoric, διάθεσις, νόσημα, Gal. 7.578, 18(1).79. Adv. -κῶς, διακεῖσθαι Id. 6.130.
πληθωρικός, ή, όν, atteint de pléthore, pléthorique, Gal. 6, 339.
Étym. πληθώρα.
πληθωρικός, vollblütig, sp. Medic.