πληκτροποιός
πληκτροποιός, maker of πλῆκτρα
πληκτρο-ποιός, ὁ,
- maker of πλῆκτρα, Poll. 7.154:—hence πληκτρο-ποιία, ἡ, manufacture of πλῆκτρα, ibid.: Adj. πληκτρο-ποιικός, ή, όν, ibid. Adv. -κῶς ibid.
πληκτροποιός, πλῆκτρα verfertigend, Poll. 7.154.