Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πληθωρικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πλῆθʼ
πλήθα
Πληθαγόρας
πλῆθι
πληθικῶς
πληθισμός
πληθοειδής
πληθοειδῶς
πληθοποιέω
πληθοποιός
πλῆθος
πληθοχορεία
πληθοχορία
πληθόχορος
πληθόχωρος
πλήθριον
πληθυντικός
πληθυντικῶς
πληθύνω
πληθύς
πληθυσμός
πληθύω
πλήθω
πληθώρα
πληθωρέομαι
πληθωρέω
πληθώρη
πληθωρία
πληθωριάω
πληθωρικός
πληθωρικῶς
Πληϊάδες
Πληϊάς
Πληϊόνα
Πληϊόνη
πληκτέον
πληκτήρ
πλήκτης
πληκτίζομαι
πληκτίζω
πληκτικός
πληκτικῶς
πληκτισμός
πληκτίστατος
πληκτός
πλῆκτρον
πληκτροποιϊκή
πληκτροποιός
πληκτροφόρος
πλήκτωρ
πλῆμα
πλημάω
πλήμη
πλῆμι
πλημμέλεια
πλημμελέω
πλημμέλημα
πλημμελής
πλημμέλησις
πλημμελῶς
πλήμμη
…
πληθωρικῶς
Save
Bailly 2024
πληθωρικῶς,
adv.
avec pléthore,
Gal.
6, 130
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}