πνευματωτικός
πνευματωτικός, apt to cause flatulence
πνευμᾰτ-ωτικός, ή, όν,
- apt to cause flatulence, Dsc. 2.110, Sor. 2.32, Orib. Fr. 76.
πνευματωτικός, ή, όν [ᾰ] qui donne des vents, flatueux, Diosc. 2, 109, 134, etc.
Étym. πνευματόω.
πνευματωτικός, aufblasend, blähend, Ath. IX.369c.