πνευμόνιον Save LSJ Bailly 2024 Pape πνευμόν-ιον, τό, Dim. of πνεύμων, Hegesand. 29. πνευμόνιον, ου (τὸ) dim. de πνεύμων, Hégésandre (Ath. 107e). πνευμόνιον, τό, dim. zu πνεύμων, Ath. III.107d.