ποθίερος
ποθίερος, dedicated
ποθίερος, ον, Dor. for προσ-,
- dedicated, τοῦ θεοῦ to him, SIG 672.13 (Delph., ii B.C.); τὰ π. καὶ δαμόσια ib. 671A 4 (ibid., ii B.C.); μνᾶς π. τριάκοντα Ἀρχ. Δελτ. 2.264 (Phocis).