πόθοδος Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape Middle Liddell πόθοδος, v. πρόσοδος. πόθ·οδος, v. πρόσοδος. πόθοδος Dor. voor πρόσοδος. πόθοδος, ἡ, dor. = πρόσοδος, Tab. Heracl. πόθοδος, ἡ, Doric for πρόσοδος.