ποθέω
ποθέω, to long for, yearn after
- long for, yearn after (what is absent), miss or regret (what is lost), φθινύθεσκε . . αὖθι μένων, ποθέεσκε δʼ ἀϋτήν τε πτόλεμόν τε Il. 1.492; πόθεόν γε μὲν ἀρχόν 2.703; τοίην γὰρ κεφαλὴν ποθέω Od. 1.343; π. στρατιᾶς ὀφθαλμὸν ἐμᾶς Pi. O. 6.16, cf. Hdt. 3.36, 9.22, etc.; ἄνδρας πόλις ἥδε ποθεῖ IG 1(2).945.10; ποθεῖν ποθοῦντα τήνδε γῆν στρατὸν λέγεις A. Ag. 545; τὸν δʼ ἐμὸν δῆμον ποθῶν Ar. Ach. 33; ποθεῖς τὸν οὐ παρόντα Id. Pl. 1127; αἱ κνῆμαι . . σου . . τὰς πέδας π. ib. 276; ἡ χώρα αὐτὴ τὸ μὴ ὂν ποθήσει the place itself will miss what is absent, X. Oec. 8.10; π. τὰς ἐν τῇ νεότητι ἡδονάς Pl. R. 329a, cf. Ti. 19a, And. 1.70:—Pass., S. Tr. 632, etc.; ὦ ποθουμένη (sc. Εἰρήνη) Ar. Pax 586; ποθεῖκαὶ ποθεῖται Pl. Phdr. 255d.
- 2 of things, crave, require, τί γὰρ π. τράπεζα; E. Fr. 467; π. ἡ ἀπόκρισις ἐρώτησιν τοιάνδε Pl. Smp. 204d, cf. Prt. 352a.
- II c. inf., to be anxious to do, E. Hec. 1020, Antipho 5.64, X. An. 6.4.8; τὸ νοσοῦν ποθεῖ σε ξυμπαραστάτην λαβεῖν my sickness needs to take thee . ., S. Ph. 675; ἆρα ἔτι ποθοῦμεν μὴ ἱκανῶς δεδεῖχθαι; do we still feel that it has not been satisfactorily proved? Pl. Lg. 896a:—Pass., ποθεῖται . . λεχθῆναι requires to be stated, Arist. EN 1097b23.
- III abs., love with fond regret, οἱ δὲ ποθεῦντες ἐν ἤματι γηράσκουσι Theoc. 12.2, cf. Luc. Im. 22, etc.
- 2 τὸ ποθοῦν longing, desire (wrongly expld. by Sch. as = τὸ ποθούμενον), S. Tr. 196.
- 3 Med. only in ib. 103 (lyr.), ποθουμένα φρήν the longing soul, cf. Eust. 806.56.
1. missen, verlangen naar (wat er niet is), met acc.:
2. verlangen om,
wünschen, begehren, bes. nach Abwesendem, Fernem oder Verlorenem sich sehnen, wie desiderare, auch vermissen ; τοίην γὰρ κεφαλὴν ποθέω, Od. 1.343 ; τῶν μὲν ἄρʼ οὔτι πόθει, er vermißte Nichts von dem, 13.219 ; πόθεον δέ μιν ἐσθλὸν ἐόντα, Il. 2.709 ; ὅτε κέν σε μεταλλῶσιν ποθέοντες, wenn sie dich danach fragen sollten, indem sie die Waffen vermissen, Od. 16.287 ; ποθέεσκε δʼ ἀϋτήν τε πτόλεμόν τε, Il. 1.492 ; πόθεσαν, ποθέσαι, 15.219, Od. 4.748 ; auch ein eigentümlicher inf. ποθήμεναι, wie von πόθημι, Od. 12.110 ; ποθέω στρατιᾶς ὀφθαλμόν, Pind. Ol. 6.16 ; Aesch. oft, bes. Pers., auch ποθεῖν ἃ μὴ χρή, Ag. 333 ; ποθοῦντι προὐφάνης, Soph. O.C. 1501, u. öfter ; auch pass., τἀκεῖθεν εἰ ποθούμεθα, Tr. 629 ; νεῶν λῦσαι ποθοῦσιν πόδα, Eur. Hec. 1020, u. oft ; ποθεῖν τὸν οὐ παρόντα, Ar. Plut. 1127 ; ποθουμένη πᾶσιν εἰρήνη, Pax 575 ; u. in Prosa : ἐπόθησε τὸν Κροῖσον, Her. 3.36 ; ἔτι ποθεῖ ἡ ἀπόκρισις ἐρώτησιν τοιάνδε, Plat. Symp. 204d, u. oft ; πρὶν ἐπόθησε τὸ εἰδέναι, Men. 84c ; ἐπόθουν ἐς τὴν Ἑλλάδα σῴζεσθαι, Xen. An. 6.2.8, der auch vrbdt ἡ χώρα αὐτὴ τὸ μὴ ὂν ποθήσει, Oec. 8.10, der Platz selbst zeigt schon das Fehlende an, wird es vermissen lassen. – Bes. sehnsüchtig lieben, οἱ ποθεῦντες ἐν ἄματι γηράσκουσι, Theocr. 12.2, u. öfter in der Anth. – Soph. braucht es einmal als dep. med., ποθουμένᾳ γὰρ φρενὶ πυνθάνομαι, Tr. 103 ; vgl. Stephan. de Dial. att. p. 65.
[ποθή.]
Non-thematic pres. infin. ποθήμεναι Od. 12.110.
3 sing. pa. iterative ποθέεσκε Il. 1.492.
3 pl. aor. πόθεσαν Il. 15.219.
Infin. ποθέσαι Od. 2.375, Od. 4.748.
- 1
To feel the want of, long for, yearn for, mourn for, a person or thing absent or lost: ἀϋτήν τε πτόλεμόν τε Il. 1.492. Cf. Il. 5.414, Il. 23.16, Il. 24.6 : τοίην κεφαλήν Od. 1.343. Cf. Od. 9.453, Od. 11.196 (sick with hope of it deferred), Od. 12.110, Od. 18.204, Od. 19.136.
- 2
To miss, to feel the want of, be at a loss on account of or distressed by the absence or want of : ἀρχόν Il. 2.703 = 726, 778. Cf. Il. 2.709, Il. 5.234, Il. 11.161, Il. 15.219 : Od. 22.387.
- 3
To miss, remark the absence or loss of : πρίν [μʼ] αὐτὴν ποθέσαι Od. 2.375. Cf. Od. 4.748, Od. 13.219, Od. 16.287= Od. 19.6.
- 1
- a miss, yearn for c. acc. “ποθέω στρατιᾶς ὀφθαλμὸν ἐμᾶς” O. 6.16
- b desire c. inf. ἦ πόλλʼ ἀμφὶ κρουνοῖς Πάγασον ζεῦξαι ποθέων ἔπαθεν O. 13.64
- Ito long for, yearn after what is absent, to miss or regret what is lost, Lat. desiderare, Hom., etc.; ποθεῖς τὸν οὐ παρόντα Ar.; π. τὰς ἐν τῆι νεότητι ἡδονάς Plat.:—Pass., ὦ ποθουμένη (sc. Εἰρήνη) Ar.
- 2of things, to require, ποθεῖ ἡ ἀπόκρισις ἐρώτησιν τοιάνδε Plat.
- IIc. inf. to be anxious to do, Eur.; τὸ νοσοῦν ποθεῖ σε ξυμπαραστάτην λαβεῖν my sickness needs to take thee as an assistant, Soph.
- IIIabsol., τὸ ποθοῦν oneʼs desiring, oneʼs longing, Soph.
- 2as Dep., ποθουμένη φρήν the longing soul, Soph.
-
…ἡλικίαν ἔχοντες, διασῴζοντες τὴν παλαιὰν παροιμίαν · οἱ οὖν πλεῖστοι ἡμῶν ὀλοφύρονται συνιόντες, τὰς ἐν τῇ νεότητι ἡδονὰς ποθοῦντες καὶ ἀναμιμνῃσκόμενοι περί τε τἀφροδίσια καὶ περὶ πότους τε καὶ εὐωχίας καὶ ἄλλʼ ἄττα ἃ τῶν τοιούτων ἔχεται, καὶ…
Plato, Republic
-
…ἀποθνῄσκειν, τῇ μὲν πατρίδι τὰ τροφεῖα ἀποδόντες, τοῖς δὲ θρέψασι λύπας καταλιπόντες. ὥστε ἄξιον τοῖς ζῶσι τούτους ποθεῖν καὶ σφᾶς αὐτοὺς ὀλοφύρεσθαι καὶ τοὺς προσήκοντας αὐτῶν ἐλεεῖν τοῦ ἐπιλοίπου βίου. τίς γὰρ αὐτοῖς ἔτι ἡδονὴ καταλείπεται τοιούτων…
Lysias, Speeches
-
…, ὥσπερ οἱ ἐν ἐκείνῳ τῷ χορῷ μισάνθρωποι, ἀγαπήσαις ἂν εἰ ἐντύχοις Εὐρυβάτῳ καὶ Φρυνώνδᾳ, καὶ ἀνολοφύραιʼ ἂν ποθῶν τὴν τῶν ἐνθάδε ἀνθρώπων πονηρίαν. νῦν δὲ τρυφᾷς, ὦ Σώκρατες, διότι πάντες διδάσκαλοί εἰσιν ἀρετῆς καθʼ ὅσον…
Plato, Protagoras
-
…ἀδελφὸς ὤλετο. πορθῶν δὲ τήνδε γῆν · ὁ δʼ ἀντιστὰς ὕπερ. ὁμῶς ὅ γʼ Ἅιδης τοὺς νόμους τούτους ποθεῖ. ἀλλʼ οὐχ ὁ χρηστὸς τῷ κακῷ λαχεῖν ἴσος. τίς οἶδεν εἰ κάτωθεν εὐαγῆ τάδε ; οὔτοι ποθʼ οὑχθρός…
Sophocles, Antigone
-
…ἀλλʼ ὄμοσον μὴ μητρὶ φίλῃ τάδε μυθήσασθαι, πρίν γʼ ὅτʼ ἂν ἑνδεκάτη τε δυωδεκάτη τε γένηται, ἢ αὐτὴν ποθέσαι καὶ ἀφορμηθέντος ἀκοῦσαι, ὡς ἂν μὴ κλαίουσα κατὰ χρόα καλὸν ἰάπτῃ. ὣς ἄρʼ ἔφη, γρῆυς δὲ θεῶν…
Homer, Odyssey
-
…τρύχουσι δὲ οἶκον. τῷ οὔτε ξείνων ἐμπάζομαι οὔθʼ ἱκετάων οὔτε τι κηρύκων, οἳ δημιοεργοὶ ἔασιν · ἀλλʼ Ὀδυσῆ ποθέουσα φίλον κατατήκομαι ἦτορ. οἱ δὲ γάμον σπεύδουσιν · ἐγὼ δὲ δόλους τολυπεύω. φᾶρος μέν μοι πρῶτον ἐνέπνευσε φρεσὶ…
Homer, Odyssey
-
…εἴ περ ἂν αὖτε φεβώμεθα Τυδέος υἱόν · μὴ τὼ μὲν δείσαντε ματήσετον, οὐδʼ ἐθέλητον ἐκφερέμεν πολέμοιο τεὸν φθόγγον ποθέοντε, νῶϊ δʼ ἐπαΐξας μεγαθύμου Τυδέος υἱὸς αὐτώ τε κτείνῃ καὶ ἐλάσσῃ μώνυχας ἵππους. ἀλλὰ σύ γʼ αὐτὸς ἔλαυνε…
Homer, Iliad
-
…κινεῖς ; ἄλαστα στυγνὰ πρόκακα λέγων. βοᾷ βοᾷ ; μοι ; μελέων ἔντοσθεν ἦτορ. καὶ μὴν ἄλλους γε ποθοῦμεν, Μάρδων ἀνδρῶν μυριοταγὸν Ξάνθιν ἄρειόν τʼ Ἀγχάρην, Δίαιξίν τʼ ἠδʼ Ἀρσάκην ἱππιάνακτας, Κηγδαδάταν καὶ Λυθίμναν Τόλμον τʼ…
Aeschylus, Persians
-
…αἴθε μοι ὣς μαλακὸν θάνατον πόροι Ἄρτεμις ἁγνὴ αὐτίκα νῦν, ἵνα μηκέτʼ ὀδυρομένη κατὰ θυμὸν αἰῶνα φθινύθω, πόσιος ποθέουσα φίλοιο παντοίην ἀρετήν, ἐπεὶ ἔξοχος ἦεν Ἀχαιῶν. ὣς φαμένη κατέβαινʼ ὑπερώϊα σιγαλόεντα, οὐκ οἴη · ἅμα τῇ…
Homer, Odyssey
-
…μέθυ ἡδύ · ἐμεῦ δʼ ἕλετο μέγαν ὅρκον μὴ πρὶν σοὶ ἐρέειν, πρὶν δωδεκάτην γε γενέσθαι ἢ σʼ αὐτὴν ποθέσαι καὶ ἀφορμηθέντος ἀκοῦσαι, ὡς ἂν μὴ κλαίουσα κατὰ χρόα καλὸν ἰάπτῃς. ἀλλʼ ὑδρηναμένη, καθαρὰ χροῒ εἵμαθʼ ἑλοῦσα…
Homer, Odyssey