ποιάεις
ποιάεις, v. ποιήεις.
ποιάεις, v. ποιήεις.
ποιάεις, dor. = ποιήεις, Pind. N. 5.54.
ποιάεις
- 1verdant ἀνθέων ποιάεντα φέρε στεφανώματα N. 5.54