ποθητύς Save LSJ Bailly 2024 Pape ποθ-ητύς, ύος, ἡ, poet. for πόθησις, Opp. C. 2.609. ποθητύς, ύος (ἡ) c. πόθησις, Opp. C. 2, 609. ποθητύς, ύος, ἡ, poet. = πόθησις, Opp. Cyn. 2.609.