πολίπορθος Save LSJ Bailly 2024 Pape πολίπορθος, f.l. for πτολίπορθος (q.v.). *πολί·πορθος, ος, ον, v. πτολίπορθος. πολίπορθος, (πέρθω), Städte zerstörend, s. πτολίπορθος.