πολιρραίστης Save LSJ Bailly 2024 Pape πολιρραίστης, ου, ὁ, (ῥαίω) = πτολίπορθος, Lyc. 210. πολι·ρραίστης, ου, adj. m. destructeur de villes, Lyc. 210. Étym. πόλις, ῥαίω. πολιρραίστης, ὁ, = πολίπορθος, Lycophr. 210.