πολιταρχέω
πολιταρχέω, hold office of πολιτάρχης
πολῑταρχ-έω,
- hold office of πολιτάρχης, Demitsas Μακεδ. 364, al. (Thessalonica), Sammelb. 5765.7 (Egypt, iii/iv A. D.).