Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πολιτικεύομαι
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πολιόχρως
πολιόω
πολίπορθος
πολιρραίστης
πόλις
Πόλις
πόλισμα
Πόλισμα
πολισμάτιον
πολισμός
πολισοῦχος
πολίσσαμεν
πολισσονόμος
πολισσόος
πολισσοῦχος
πολιστής
πολιταρχέω
πολιτάρχης
πολιταρχία
πολίταρχος
πολίτας
πολιτεία
πολίτευμα
πολιτευτέον
πολιτευτής
πολιτεύω
πολιτηΐη
πολίτης
Πολίτης
πολιτίζω
πολιτικεύομαι
πολιτικοπραιτώριος
πολιτικός
πολιτικῶς
πολῖτις
πολιτισμός
πολιτογραφέω
πολιτογραφία
πολιτογράφος
πολιτοκάπηλος
πολιτοκοπέω
πολιτοκοπία
πολιτοκόπος
πολιτοφθόρος
πολιτοφυλακέω
πολιτοφυλακία
πολιτοφύλαξ
Πολίχνα
πολίχνη
Πολίχνη
πολίχνιον
Πολιχνίτης
πολιώδης
πολίωμα
Πολίων
πολίωσις
πολλά
Πόλλα
πολλαγόρασος
πολλαδελφία
πολλάκι
…
πολιτικεύομαι
Save
Pape
πολιτικεύομαι
, [λῑ],
ein πολιτικός sein
, Moeris p. 75.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}