πορεύω
πορεύω, πορεύω, make to go, convey; (more commonly middle deponent) go, walk, march
- I Act., make to go, carry, convey, by land or water, τινα Arion 1.13, Pi. O. 1.77, P. 11.21, etc.; ἐπʼ εὐστόλου νεὼς πορεύσαιμʼ ἂν ἐς δόμους S. Ph. 517 (lyr.); ὡς τάχιστά μοι μολὼν ἄνακτα . . τις πορευσάτω Id. OC 1476; ἐμὲ πόντιον σκάφος πορεύσει Ἄργος E. Tr. 1086 (lyr.); ποντιὰς αὔρα, . . ποῖ με πορεύσεις; Id. Hec. 447 (lyr.); βᾶσά νιν δεῦρο πόρευσον Id. Med. 181 (lyr.); στρατιὰν πεζῇ π. ὡς Βρασίδαν Th. 4.132, etc.: c. dupl.acc., carry or ferry over, [Νέσσος] ποταμὸν . . Βροτοὺς μισθοῦ ʼπόρευε S. Tr. 560; γυναῖκʼ ἀρίσταν λίμναν . . πορεύσας ἐλάτᾳ E. Alc. 443 (lyr.).
- 2 of things, bring, carry, ἐπιστολὰς πατρί S. OC 1602; furnish, bestow, χρυσόν E. Ph. 985; set in motion, κίνησις . . βραδυτῆτάς τε καὶ τάχη . . π. Pl. Lg. 893d.
- 3 abs., conduct a search, S. Ichn. 324 (lyr., s.v.l.).
- II Pass. and Med., to be driven or carried, μέγας βοῦς ὑπὸ σμικρᾶς μάστιγος εἰς ὁδὸν π. Id. Aj. 1254; πρὸς βίαν π. Id. OC 845.
- 2 go, walk, march, Hdt. 8.22, Thphr. Char. 2.1, etc.; ἐφʼ ἑνὸς σκέλους Pl. Smp. 190d; σύνδρομά τινι Id. Plt. 266d; ταχέως X. An. 2.2.12; τοῖν ποδοῖν Id. Cyr. 4.3.13; go by land, opp. going by sea, Id. An. 5.3.1; also cross, pass over, διαφυλάσσειν τὰς σχεδίας, πορευθῆναι βασιλέϊ for the kingʼs crossing, Hdt. 8.107; π. διʼ Εὐρίπου Th. 7.29: freq. with Preps., π. ἐκ δόμων, ἔξω δωμάτων, S. Tr. 392, E. Hipp. 1156; εἰς ἀγρόν Pl. R. 563d; εἰς ἐκκλησίαν Thphr. Char. 4.1; ἐξ . . ἐς . . Hdt. 4.35; ἐπὶ τὸν Ἀχέροντα Pl. Phd. 113d: c. acc. loci, enter, π. στέγας S. Tr. 329, cf. E. Hel. 51; π. διὰ Θεσσαλίης march through T., Hdt. 7.196; π. παρὰ βασιλέος come from his presence, Id. 6.95; παρὰ βασιλέως πρὸς τὸν σατράπην X. An. 4.5.10; π. πρὸς τὸν ἴδιον ἄνδρα go in to her husband, Theano ap. D.L. 8.43: freq. c. acc. cogn., μακροτέραν (sc. ὁδόν) π. X. An. 2.2.11, etc.; π. φυγάν E. Ion 1239 (lyr.); τὴν εἱμαρμένην πορείαν Pl. Mx. 236d: c. acc. loci, γῆν πολλὴν π. go over, traverse, Arr. An. 6.23.1; π. τὰ δύσβατα X. Cyr. 2.4.27; τοσαῦτα ὄ ρη Id. An. 2.5.18: Geom., π. διὰ τοῦ κέντρου pass through the centre, Archim. Con.Sph. 16; π. γραμμάν traverse, move along a line, Id. Spir. 14.—Special phrases: ἐς ἄρκυν π. fall into . ., E. El. 965; ἐπʼ ἔργον π., ἐπὶ τὰ δευτερεῖα π., Id. Or. 1068, Pl. Phlb. 23b; π. εἰς τὰ κτήματα enter into possession of . ., D. 44.32; ἢν αἱ καθάρσιες πορεύωνται if the menses come, Hp. Aph. 5.60.
- 3 walk, i.e. live, εἴ τις ὑπέροπτα . . π. S. OT 884 (lyr.); freq. in LXX, as π. τοῖς νομίμοις Le. 18.3.
- 4 metaph., ἡ πονηρία διὰ τῶν ἡδονῶν π. X. Cyr. 2.2.24; of discourse, ἐκτὸς τῶν λόγων π. Pl. Lg. 812a; διὰ τῶν ὁμολογουμένων X. Mem. 4.6.15; καθʼ ὁμοιότητα π. proceed by analogy, Phld. Sign. 31.
- 5 proceed at law, PEleph. 3.5, 4.6 (iii B.C.).
- 6 go on oneʼs way, i.e. die, Jul. Ep. 14.
1. act. causat., met acc. vervoeren, brengen, halen, vaak met bep. v. richting:
2. med.-pass. met aor.
- a make to go, let go “ἐμὲ δʼ ἐπὶ ταχυτάτων πόρευσον ἁρμάτων ἐς Ἆλιν” O. 1.77 Κασσάνδραν πολιῷ χαλκῷ σὺν Ἀγαμεμνονίᾳ ψυχᾷ πόρευʼ Ἀχέροντος ἀκτὰν παρʼ εὔσκιον νηλὴς γυνά (v. l. πόρευσʼ) P. 11.21 (Αἴαντα) Μενέλᾳ δάμαρτα κομίσαι θοαῖς ἂν ναυσὶ πόρευσαν εὐθυπνόου Ζεφύροιο πομπαὶ πρὸς Ἴλου πόλιν N. 7.29
- b ?intrans., travel ἐς γαῖαν πορεύεν θυμὸς ὥρμα Ἰστρίαν νιν (v. l. πορεύειν: fort. trans.: v. ὁρμάω) O. 3.25
- c pass. pro med., be sped travel Διόθεν τέ με σὺν ἀγλαίᾳ ἴδετε πορευθέντʼ ἀοιδᾶν δεύτερον ἐπὶ τὸν κισσοδαῆ θεόν fr. 75. 8.
- IAct. to make to go, carry, convey, Pind., Soph.:—c. dupl. acc. to carry or ferry over, Νέσσος ποταμὸν βροτοὺς ἐπόρευσε Soph.; γυναῖκʼ λίμναν πορεύσας Eur.
- 2of things, to bring, furnish, bestow, find, Eur.
- IIPass. and Mid. to be driven or carried, Soph.
- 2to go, walk, march, Hdt., Attic; to go across, pass, Hdt., etc.; c. acc. loci, to enter, π. στέγας Soph., etc.; c. acc. cogn., μακρὰν ὁδὸν π. Xen.:—c. acc. loci, to go over, traverse, Soph.
- 3to walk, i. e. live, Soph.
-
…ἔδοξε τῶν νυκτῶν εἶναι · ἐπειδὴ δὲ τάχιστά με ἐκ τοῦ κόπου ὁ ὕπνος ἀνῆκεν, εὐθὺς ἀναστὰς οὕτω δεῦρο ἐπορευόμην. καὶ ἐγὼ γιγνώσκων αὐτοῦ τὴν ἀνδρείαν καὶ τὴν πτοίησιν, τί οὖν σοι, ἦν δʼ ἐγώ, τοῦτο…
Plato, Protagoras
-
…θαμίζεις ἡμῖν καταβαίνων εἰς τὸν Πειραιᾶ. χρῆν μέντοι. εἰ μὲν γὰρ ἐγὼ ἔτι ἐν δυνάμει ἦ τοῦ ῥᾳδίως πορεύεσθαι πρὸς τὸ ἄστυ, οὐδὲν ἂν σὲ ἔδει δεῦρο ἰέναι, ἀλλʼ ἡμεῖς ἂν παρὰ σὲ ᾖμεν · νῦν δέ…
Plato, Republic
-
…σφόδρα πρεσβύταις · δοκεῖ γάρ μοι χρῆναι παρʼ αὐτῶν πυνθάνεσθαι, ὥσπερ τινὰ ὁδὸν προεληλυθότων ἣν καὶ ἡμᾶς ἴσως δεήσει πορεύεσθαι, ποία τίς ἐστιν, τραχεῖα καὶ χαλεπή, ἢ ῥᾳδία καὶ εὔπορος. καὶ δὴ καὶ σοῦ ἡδέως ἂν…
Plato, Republic
-
…ἀλλὰ καὶ Ἱππίας ὁ Ἠλεῖος οἶμαι δὲ καὶ Πρόδικον τὸν Κεῖον καὶ ἄλλοι πολλοὶ καὶ σοφοί. δόξαν ἡμῖν ταῦτα ἐπορευόμεθα · ἐπειδὴ δὲ ἐν τῷ προθύρῳ ἐγενόμεθα, ἐπιστάντες περί τινος λόγου διελεγόμεθα, ὃς ἡμῖν κατὰ τὴν ὁδὸν ἐνέπεσεν…
Plato, Protagoras
-
…οὗπερ ἐτάχθησαν μάχεσθαι · τούτῳ δὲ τῷ τρόπῳ τῶν μὲν δυστυχησάντων, τῶν δὲ τῆς παρόδου κρατησάντων, οἱ μὲν ἐπορεύοντο ἐπὶ τήνδε τὴν πόλιν, οἱ δʼ ἡμέτεροι πρόγονοι πυθόμενοι μὲν τὴν γεγενημένην Λακεδαιμονίοις συμφοράν, ἀποροῦντες δὲ τοῖς περιεστηκόσι…
Lysias, Speeches
-
…ἐστι τῶν ταύτῃ μετά γε αὐτὴν τὴν πόλιν, ἔρχομαι φράσων · τὰ πλοῖα αὐτοῖσί ἐστι τὰ κατὰ τὸν ποταμὸν πορευόμενα ἐς τὴν Βαβυλῶνα, ἐόντα κυκλοτερέα, πάντα σκύτινα. ἐπεὰν γὰρ ἐν τοῖσι Ἀρμενίοισι τοῖσι κατύπερθε Ἀσσυρίων οἰκημένοισι νομέας…
Herodotus, The Histories
-
…χρεία τίς σε Θεσσαλῶν χθόνα πέμπει, Φεραῖον ἄστυ προσβῆναι τόδε. Τιρυνθίῳ πράσσω τινʼ Εὐρυσθεῖ πόνον. καὶ ποῖ πορεύῃ ; τῷ συνέζευξαι πλάνῳ ; Θρῃκὸς τέτρωρον ἅρμα Διομήδους μέτα. πῶς οὖν δυνήσῃ ; μῶν ἄπειρος εἶ ξένου ;…
Euripides, Alcestis
-
…καὶ ἀσπίδας ἔλαβον ὡς διακοσίας, καὶ τροπαῖον ἔστησαν. τῇ δὲ ὑστεραίᾳ ἔπλευσαν εἰς Νότιον, καὶ ἐντεῦθεν παρασκευασάμενοι ἐπορεύοντο εἰς Κολοφῶνα. Κολοφώνιοι δὲ προσεχώρησαν. καὶ τῆς ἐπιούσης νυκτὸς ἐνέβαλον εἰς τὴν Λυδίαν ἀκμάζοντος τοῦ σίτου, καὶ…
Xenophon, Hellenica
-
…ἐκ τῆς Χερρονήσου αὐτοὺς ἐξελαύνων βουλομένους ἀφαιρεῖσθαι τοὺς ἐνοικοῦντας Ἕλληνας τὴν γῆν. ἐπειδὴ δὲ Κῦρος ἐκάλει, λαβὼν ὑμᾶς ἐπορευόμην, ἵνα εἴ τι δέοιτο ὠφελοίην αὐτὸν ἀνθʼ ὧν εὖ ἔπαθον ὑπʼ ἐκείνου. ἐπεὶ δὲ ὑμεῖς οὐ βούλεσθε συμπορεύεσθαι…
Xenophon, Anabasis
-
…Σάρδεις αὐτῷ ἀφίκοντο. Τισσαφέρνης δὲ κατανοήσας ταῦτα, καὶ μείζονα ἡγησάμενος εἶναι ἢ ὡς ἐπὶ Πισίδας τὴν παρασκευήν, πορεύεται ὡς βασιλέα ᾗ ἐδύνατο τάχιστα ἱππέας ἔχων ὡς πεντακοσίους. καὶ βασιλεὺς μὲν δὴ ἐπεὶ ἤκουσε Τισσαφέρνους τὸν Κύρου στόλον…
Xenophon, Anabasis