Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πρειγεύω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πραΰγελως
πραϋθυμέω
πραϋθυμία
πραΰθυμος
πραϋλόγος
πραΰλογος
πραϋμενής
πραΰμητις
πραΰνοος
πράϋνσις
πραϋντής
πραϋντικός
πραΰνω
πραϋπάθεια
πραϋπαθέω
πραϋπαθής
πραϋπαθία
πραΰς
πραϋσμός
πραϋτένων
πραΰτης
πραΰτοκος
πραϋτόκος
πραΰτροπος
πράως
πρᾴως
πρείγα
πρειγεία
πρειγευτάς
πρειγεύτης
πρειγεύω
πρειγήϊα
πρειγηΐα
πρείγιστος
πρεῖγυς
πρεμνιάζω
πρεμνίζω
πρέμνιον
πρέμνοθεν
πρεμνόθεν
πρέμνον
πρέμνος
πρεμνώδης
Πρεπέσινθος
Πρέπις
πρέπον
πρεπόντως
πρεπτός
πρέπω
πρεπώδης
πρέπων
πρέσβα
πρέσβεα
πρέσβεια
πρεσβεία
πρεσβεῖον
πρεσβειόομαι
πρεσβειόω
πρέσβειρα
πρέσβευμα
πρεσβεύς
…
πρειγεύω
Save
LSJ
πρειγ-εύω, Cret.,
= πρεσβεύω,
GDI
5149, etc.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}