Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
πραϋθυμέω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πρασσοφάγος
Πρασσοφάγος
πράσσω
πρασώδης
πρατά
Πραταλίδας
πρατέος
πρατεύς
πρατήνιον
πρατήρ
πρατήριον
πρατήριος
πράτης
πρατίας
πρατικός
Πρατίνας
πρατιστεύω
πράτιστος
πρατομηνία
πρατόπαις
πρατοπάμπαις
πρατορεύω
πρατός
πρᾶτος
πρατοτόκος
πράτρια
πράττω
Πρᾶτυς
πράτωρ
πραΰγελως
πραϋθυμέω
πραϋθυμία
πραΰθυμος
πραϋλόγος
πραΰλογος
πραϋμενής
πραΰμητις
πραΰνοος
πράϋνσις
πραϋντής
πραϋντικός
πραΰνω
πραϋπάθεια
πραϋπαθέω
πραϋπαθής
πραϋπαθία
πραΰς
πραϋσμός
πραϋτένων
πραΰτης
πραΰτοκος
πραϋτόκος
πραΰτροπος
πράως
πρᾴως
πρείγα
πρειγεία
πρειγευτάς
πρειγεύτης
πρειγεύω
πρειγήϊα
…
πραϋθυμέω
Save
Pape
πραϋθυμέω
, [ᾱθῡ],
sanftmütig sein
, Eust.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}