προσκομιστικός
προσκομιστικός, of/for conveyance
προσκομ-ιστικός, ή, όν,
- of or for conveyance, Zonar. s.v. προσαγωγικός.
προσκομιστικός, ή, όν, zubringend, Sp.
προσκομιστικός, of/for conveyance