προσκνάω Save Pape προσκνάω, att. statt προσκναίω ; Κριτίας ἐπιθυμῶν προσκνῆσθαι Εὐθυδήμῳ, ὥσπερ τὰ ὑΐδια τοῖς λίθοις, Xen. Mem. 1.2.30 ; vgl. Plut. quaest. nat. 21.