Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προσκορέννυμι
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προσκογχυλίζομαι
προσκοιμίζομαι
προσκοινόομαι
προσκοινόω
προσκοινωνέω
πρόσκοιτος
προσκολλάω
προσκόλλημα
προσκόλλησις
προσκολλητός
προσκολλίζομαι
προσκολλίζω
πρόσκολλος
προσκομιδή
προσκομίζω
προσκόμιον
προσκομιστέον
προσκομιστής
προσκομιστικός
πρόσκομμα
προσκοπεύομαι
προσκοπεύω
προσκοπέω
προσκοπή
προσκόπησις
προσκοπητέον
προσκόπιον
πρόσκοπος
προσκοπτικός
προσκόπτω
προσκορέννυμι
προσκορής
προσκορίζομαι
προσκοροδοφαγέω
πρόσκορος
προσκόρως
προσκοσμέω
προσκόσμημα
προσκόσμησις
προσκοτέω
προσκοτόω
προσκουφίζομαι
πρόσκοψις
πρόσκρανον
πρόσκρανος
προσκρατύνω
προσκρέμαμαι
προσκρεμάννυμι
προσκρεμάω
προσκρίνω
πρόσκρισις
πρόσκρουμα
πρόσκρουσις
πρόσκρουσμα
προσκρουσμός
προσκρουστέον
προσκρουστικός
προσκρούω
προσκτάομαι
πρόσκτησις
πρόσκτητος
…
προσκορέννυμι
Save
Pape
προσκορέννυμι
, [ῡ], (κορέννυμι),
noch dazu sättigen, Ueberdruß erregen
(?).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}