Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προσκολλίζομαι
προσκολλίζομαι, attach
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πρόσκλητος
πρόσκλιμα
προσκλινής
πρόσκλιντρον
προσκλίνω
πρόσκλισις
πρόσκλιτον
προσκλύζω
πρόσκλυσις
πρόσκλυσμα
προσκλυστέον
προσκλύστιος
προσκλῶσαι
προσκναίω
προσκνάομαι
προσκνάω
προσκνήθω
πρόσκνισμα
προσκνυζάομαι
προσκνύζομαι
προσκογχυλίζομαι
προσκοιμίζομαι
προσκοινόομαι
προσκοινόω
προσκοινωνέω
πρόσκοιτος
προσκολλάω
προσκόλλημα
προσκόλλησις
προσκολλητός
προσκολλίζομαι
προσκολλίζω
πρόσκολλος
προσκομιδή
προσκομίζω
προσκόμιον
προσκομιστέον
προσκομιστής
προσκομιστικός
πρόσκομμα
προσκοπεύομαι
προσκοπεύω
προσκοπέω
προσκοπή
προσκόπησις
προσκοπητέον
προσκόπιον
πρόσκοπος
προσκοπτικός
προσκόπτω
προσκορέννυμι
προσκορής
προσκορίζομαι
προσκοροδοφαγέω
πρόσκορος
προσκόρως
προσκοσμέω
προσκόσμημα
προσκόσμησις
προσκοτέω
προσκοτόω
…
προσκολλίζομαι
Save
προσκολλίζομαι, attach
LSJ
προσκολλ-ίζομαι,
attach,
dub. in Anthem. p.155 W.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}