Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προσκοπεύω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προσκλύστιος
προσκλῶσαι
προσκναίω
προσκνάομαι
προσκνάω
προσκνήθω
πρόσκνισμα
προσκνυζάομαι
προσκνύζομαι
προσκογχυλίζομαι
προσκοιμίζομαι
προσκοινόομαι
προσκοινόω
προσκοινωνέω
πρόσκοιτος
προσκολλάω
προσκόλλημα
προσκόλλησις
προσκολλητός
προσκολλίζομαι
προσκολλίζω
πρόσκολλος
προσκομιδή
προσκομίζω
προσκόμιον
προσκομιστέον
προσκομιστής
προσκομιστικός
πρόσκομμα
προσκοπεύομαι
προσκοπεύω
προσκοπέω
προσκοπή
προσκόπησις
προσκοπητέον
προσκόπιον
πρόσκοπος
προσκοπτικός
προσκόπτω
προσκορέννυμι
προσκορής
προσκορίζομαι
προσκοροδοφαγέω
πρόσκορος
προσκόρως
προσκοσμέω
προσκόσμημα
προσκόσμησις
προσκοτέω
προσκοτόω
προσκουφίζομαι
πρόσκοψις
πρόσκρανον
πρόσκρανος
προσκρατύνω
προσκρέμαμαι
προσκρεμάννυμι
προσκρεμάω
προσκρίνω
πρόσκρισις
πρόσκρουμα
…
προσκοπεύω
Save
Pape
προσκοπεύω
, = προσκοπέω, Sp. Vgl. Lobeck
Phryn
. 592.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}