Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
προσορμισμός
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
προσομοίως
προσομολογέω
προσομολογία
προσομόργνυμαι
προσομόργνυμι
προσόμουρος
προσονειδίζω
προσονομάζω
προσονομασία
προσονομαστέον
προσονυμάσδεσθαι
προσονυμασία
προσοπτάζω
προσοπτάω
προσοπτέον
προσοπτίλλω
προσόρατος
προσορατός
προσοράω
προσοργίζομαι
προσορέγομαι
προσορέγω
προσορέω
πρόσορθρος
προσορίζω
προσορμάω
προσορμέω
προσορμίζομαι
προσορμίζω
προσόρμισις
προσορμισμός
προσορμιστήριον
πρόσορμος
πρόσορος
προσορχέομαι
προσόσσομαι
προσοσφραίνω
προσουδίζω
προσουρέω
προσουρίζω
προσούριος
πρόσουρος
προσουσία
προσοφειλέτης
προσοφείλω
προσοφθαλμιάω
προσοφλισκάνω
προσοχή
προσοχθέω
προσοχθίζω
προσόχθισμα
προσοχθισμός
προσοχλέω
πρόσοχος
προσοχυρόω
προσόψημα
προσοψίδιον
προσόψιος
πρόσοψις
προσόψομαι
προσοψωνέω
…
προσορμισμός
Save
LSJ
προσορμ-ισμός, ὁ,
= foreg. [προσόρμισις], Sch.
Il.
1.434.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}