πυρικαής
πῠρι-κᾰής, ές,
- = πυρίκαυστος, AP 6.281 (Leon.); πυρετός Gal. 16.709. [ᾱ metri gr. in AP l.c.]
πυρι·καής, ής, ές [ῠῐᾱ] v. πυρίκαυστος, Anth. 6, 281.
Étym. π. καίω.
πυρικαής, [ᾱ], ές, = πυρίκαυστος, Maneth. 1.146.
πυρικαής
πῠρῐ-κᾱής, ές
= πυρίκαυστος, Anth.