πυριγενέτης
πυριγενέτης, fire-wrought
πῠρῐ-γενέτης, ου, ὁ,
- = sq. [πυριγενής], fire-wrought, χαλινοί A. Th. 207 (lyr., πυριβρεμετᾶν Dind., cf. Timachid. ap. Hsch. s.v. πυριβρεμέτας).
πυρι·γενέτης, dor. -γενέτας [ῠᾱ] adj. m. c. le suiv. Eschl. Sept. 207.
πυριγενέτης, ὁ, = πυριγενής, πυριγενετᾶν χαλινῶν, Aesch. Spt. 189, im Feuer gearbeitet, geschmiedet.
πυριγενέτης
πῠρῐ-γενέτης, ου, ὁ,
= πῠρῐγενής
- fire-wrought, Aesch.