σκιαδεύς
σκῐᾰδεύς, έως, ὁ,
- = σκίαινα, Numen. ap. Ath. 7.322f, Ruf. ap. Orib. inc.4.18, Hsch.
σκιαδεύς, έως (ὁ) [ᾰ] c. σκίαινα, Numén. (Ath. 322f).
σκιαδεύς, ὁ, = σκίαινα, Numen. bei Ath. VII.322f.