σκληροκέφαλος Save Bailly 2024 Pape σκληρο·κέφαλος, ος, ον [ᾰ] à tête dure, Th. Cur. morb. t. 2, p. 318. Étym. σκλ. κεφαλή. σκληροκέφαλος, hartköpfig, Sp.