σκληροκοίλιος
σκληροκοίλιος, costive
σκληρο-κοίλιος, ον,
- costive, Dsc. 5.19, Aët. 7.10.
σκληρο·κοίλιος, ος, ον, au ventre dur, Diosc. 5, 27.
Étym. σκλ. κοιλία.
σκληροκοίλιος, hartleibig, mit hartem Unterleibe, Diosc.