σκληροποιέω
σκληροποιέω, harden
σκληρο-ποιέω,
- harden, Xenocr. ap. Orib. 2.58.53 (Pass.).
σκληροποιέω-ῶ, rendre dur, Xénocr. Al. 43.
Étym. σκληροποιός.
σκληροποιέω, hart machen, Xenocrat.