σπαργανιώτης
σπαργανιώτης, a child in swaddling-clothes
σπαργᾰν-ιώτης, ου, ὁ,
- child in swaddling-clothes, h.Merc. 301.
σπαργανιώτης, ου [γᾰ] adj. m. enveloppé de langes, Hh. Merc. 301.
Étym. σπάργανον.
σπαργανιώτης, ὁ, Wickelkind, H. h. 2.301, wie εἰραφιώτης gebildet.
σπαργανιώτης
σπαργᾰνιώτης, ου, ὁ,
- a child in swaddling-clothes, Hhymn. from σπάργᾰνον