σπάργωσις Save LSJ Bailly 2024 Pape σπάργ-ωσις, εως, ἡ, f.l. for σπάργησις, μαστῶν Dsc. 3.34. σπάργωσις, εως (ἡ) gonflement. Diosc. 3, 41. Étym. σπαργάω. σπάργωσις, ἡ, das Schwellen, Strotzen, μαστῶν, Diosc.