στίλβωμα Save LSJ Bailly 2024 Pape στίλβ-ωμα, ατος, τό, = στίλβωθρον, Dsc. 1.47, Aët. 8.6, al. στίλβωμα, ατος (τὸ) c. στίλβωτρον, Diosc. 1, 57. στίλβωμα, τό, das glänzend Gemachte, Diosc.