στιλβός
στιλβ-ός, ή, όν,
- = στιλπνός, Dsc. 5.84 (Sup., v.l.), Gal. 6.804, Gloss.
στιλβός, ή, όν, brillant, Spt. Ezech. 27, 18 Ald.
Étym. στίλβω.
στιλβός, wie στιλπνός, glänzend, Suid.