στιλβοποιέω
στιλβοποιέω, make to shine
στιλβ-οποιέω,
- make to shine, Dsc. 1.70.
στιλβο·ποιέω-ῶ, rendre brillant, Diosc. 1, 90.
Étym. στιλβός, ποιέω.
στιλβοποιέω, glänzend machen, Diosc.
στιλβοποιέω, make to shine