Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στιλβόντως
στιλβόντως, brilliantly
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στιγεύς
στίγμα
στιγμαῖος
στιγματηφορέω
στιγματηφόρος
στιγματίας
στιγματίζω
στιγματοφόρος
στιγμή
στιγμιαῖος
στιγμικός
στιγμός
στίγος
στίγων
στιγών
στίζω
στικτέον
στικτέος
στίκτης
στικτόπους
στικτός
στικτόχροος
στικτόχρους
στῖλα
στιλβαῖος
στιλβάς
στίλβη
στιλβηδόν
στιλβηδών
Στιλβίδης
στιλβόντως
στιλβοποιέω
στιλβός
στιλβότης
στιλβόω
στίλβω
στίλβωθρον
στίλβωμα
στίλβων
Στίλβων
Στιλβωνίδης
στίλβωσις
στιλβωτής
στίλβωτρον
στίλη
στίλος
στιλπνός
στιλπνότης
στιλπνόω
στιλπνωτής
στιλπνωτικός
στίλπων
Στίλπων
στίλψις
στίμι
στίμμι
στιμμίζω
στίμμις
στίμμισμα
στίξ
στίξις
…
στιλβόντως
Save
στιλβόντως, brilliantly
LSJ
στιλβ-όντως, Adv.
brilliantly,
Sch.
Arat.
330.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}