σταθμοδοσία
σταθμοδοσία, billeting
σταθμο-δοσία, ἡ,
- billeting, τῶν στρατιωτῶν PHal. 1.167 (iii B.C.), cf. PEnteux. 11.3, 12.9 (iii B.C.).
σταθμοδοσία, billeting