σταθμίδιον
σταθμίδιον, a small box
σταθμ-ίδιον, τό, prob.
- a small box, Musa ap. Gal. 12.956.
σταθμίδιον, ου (τὸ) [ῐδ] dim. de σταθμίον, Gal. 12, 956, 5.
σταθμίδιον, τό, = σταθμίον, Hippocr.