Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
σταθμιστί
σταθμιστί, by weight
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στάθευσις
σταθευτός
σταθεύω
σταθῆναι
σταθηρός
σταθηρότης
στᾶθι
στάθμα
σταθμά
σταθμάομαι
σταθμάω
σταθμεία
σταθμέομαι
σταθμεύω
σταθμέω
στάθμη
σταθμηλάται
στάθμημα
στάθμησις
σταθμητέα
σταθμητικός
σταθμητός
Σταθμία
σταθμίδιον
σταθμίζω
σταθμικός
σταθμίον
στάθμιον
σταθμίς
σταθμιστής
σταθμιστί
σταθμιστικός
Σταθμίτας
Σταθμίτας οἶνος
σταθμοδοσία
σταθμοδοτέω
σταθμοδότης
σταθμόν
σταθμόνδε
σταθμόομαι
σταθμός
σταθμοῦχος
σταθμόω
σταθμώδης
σταθμών
στᾶθος
σταθῶ
σταίη
σταίην
σταῖμεν
σταινίον
σταιρόν
σταῖς
σταίς
σταιτήϊα
σταιτήϊος
σταιτινοκογχομαγής
σταίτινος
σταιτίον
σταίτιον
σταιτίτης
…
σταθμιστί
Save
σταθμιστί, by weight
LSJ
σταθμ-ιστί, Adv.
by weight,
PSI
5.459.11 (i A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}