σταθμητικός
σταθμητικός, of or for measuring
σταθμ-ητικός, ή, όν,
- of or for measuring, σ. τῆς ἰσότητος S.E. M. 7.442; σ. λέξις used of weighing, Eust. 81.17.
σταθμητικός, ή, όν, qui sert pour peser, Sext. M. 7, 442.
Étym. σταθμάω.
σταθμητικός, zum Abwägen gehörig, abwägend, τινός, S.Emp. adv.log. 1.442.