στεναγμώδης Save LSJ Bailly 2024 Pape στεναγ-μώδης, ες, = στεναγματώδης, ἀναπνοή Paul.Aeg. 3.20. στεναγμώδης, ης, ες, gémissant, Némés. N.H. 28. Étym. στεναγμός, -ωδης. στεναγμώδης, ες, seufzerreich, Sp.