στεναχέω Save LSJ Pape στενᾰχ-έω, στενᾰχ-ή, = στοναχέω, στοναχή, IG 12(8).441.20 (Thasos), Epigr.Gr. 707; cf. sq. [στεναχίζω] στεναχέω, s. στοναχέω.