στόχασις
στόχασις, guessing
στόχ-ᾰσις, εως, ἡ,= στοχασμός, Pl. Phlb. 62c.
στόχασις, εως (ἡ) [ᾰ] c. στοχασμός, Plat. Phil. 62b.
στόχασις, εως, ἡ, = στοχασμός, Vermutung, Plat. Phil. 62c u. Sp.
στόχασις, guessing