στοναχίζω
στονᾰχ-ίζω, v. στεναχίζω.
στοναχίζω [ᾰ] c. στεναχίζω, seul. impf. act. 3 sg. ἐστονάχιζε, Mus. 115 et στονάχιζε, Q. Sm. 7, 393, et impf. moy. 3 sg. στοναχίζετο, Hés. Th. 159.
στοναχίζω, s. στεναχίζω.
στοναχίζω : see στεναχίζω.