Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
στορνυτέος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
στομφώδης
στομώδης
στόμωμα
στομωμάτιον
στόμωσις
στομωτήρ
στομωτής
στομωτός
στοναχά
στοναχέω
στοναχή
στοναχίζω
στόναχος
στονόεις
στόνος
στόνυξ
στονυχώδης
στόποδες
στορβάζειν
στοργέω
στοργή
στοργικός
στορέννυμι
στορεστής
στορεύς
στόρθη
στόρθυγξ
στόρθυξ
στόρνη
στόρνυμι
στορνυτέος
στορπάν
στορύνη
στορχάζω
Στούδιος
στοχάζομαι
στοχανδόν
στοχάς
στόχασις
στόχασμα
στοχασμός
στοχαστέον
στοχαστέος
στοχαστής
στοχαστικός
στοχαστικῶς
στόχος
στραβαλοκόμας
στραβαλοκομάω
στραβαλός
Στράβαξ
στραβέλαφος
στραβεύς
στράβη
στράβηλος
στραβίζω
στραβισμός
στραβοπόδης
στραβός
στραβότης
στράβων
…
στορνυτέος
Save
LSJ
στορνυτέος, α, ον,
=
καταστρωτέος,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}