συμπιεσμός Save LSJ Bailly 2024 Pape συμπῐ-εσμός, ὁ, = συμπίεσις, S.E. M. 9.82. συμπιεσμός, οῦ (ὁ) c. le préc. Arstt. Plant. 2, 1, 11 ; Sext. M. 9, 82. συμπιεσμός, ὁ, = συμπίεσις, Ggstz von ἄνεσις, S.Emp. adv.phys. 1.82.