συμπιλόω Save LSJ Bailly 2024 Pape συμπῑλ-όω, = συμπιλέω, Sch. Od. 21.122:— Pass., Dsc. 1.7. συμ·πιλόω-ῶ [ῑ] c. συμπιλέω, Diosc. 1, 6. συμπιλόω, [ῑ], = συμπιλέω, Theophr.