συμπιστόομαι
συμπιστόομαι, confirm
συμπιστόομαι, Med.,
- confirm, τὸ δόγμα S.E. M. 1.271.
συμ·πιστόομαι-οῦμαι, confirmer, Sext. M. 1, 271.
Étym. σ. πιστόω.
συμπιστόομαι, med, bestätigen, S.Emp. adv.gramm. 271.