συμπιτνέω Save Pape συμπιτνέω, poet. statt συμπίπτω ; πολλοὶ γὰρ εἰς ἓν ξυμπιτνοῦσιν ἵμεροι, Aesch. Ch. 297 ; βοᾷ δὲ πόντιος κλύδων ξυμπιτνῶν, Prom. 430 ; Eur. Hec. 1030 u. öfter. S. πίτνω.