συμπιλητικός
συμπιλητικός, apt to compress
συμπῑλ-ητικός, ή, όν,
- apt to compress or close, πόρων Ti.Locr. 100e.
*συμπιλητικός, dor. συμπιλατικός, ή, όν [ῑᾱ] propre à resserrer en foulant, T. Locr. 100e.
Étym. συμπιλέω.
συμπιλητικός, [πῑ], ή, όν, = συμπιλωτικός ; τὸ ψυχρὸν συμπιλατικὸν πόρων ἐστί Tim.Locr. 100c.